Τα (πολλά) ανοικτά μέτωπα του Ερντογάν, οι εκλογές και το «σύνδρομο της Συνθήκης των Σεβρών»

O Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν παρακολουθεί τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη να πετούν κατά τη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης, στις 9 Ιουνίου 2022 Turkish Presidency via AP

Η κλιμακούμενη επιθετική φρασεολογία του Ερντογάν και των αξιωματούχων του απέναντι στην Ελλάδα τις τελευταίες εβδομάδες δεν είναι το μοναδικό ανοικτό μέτωπο της Τουρκίας στη διεθνή σκακιέρα.

«Η Τουρκία γενικά, και ειδικά ο Ερντογάν, κατ’ επιλογήν ακολουθούν την τακτική των πολλών ανοικτών μετώπων θεωρώντας ότι αυτό του δίνει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται από καλύτερη βάση. Τα πολλά μέτωπα σημαίνουν ότι δεν είναι εύκολο για κανέναν συνομιλητή του, συμπεριλαμβανομένου και του Μπάιντεν, να τον ‘στριμώξει’», εξηγεί στο CNN Greece ο Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και αναπληρωτής καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.

«Ο Ερντογάν θέλει πριν τις εκλογές να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει μια διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ που θα είναι πάνω σε πολλά ζητούμενα. Παρά τις επιθέσεις και τα όσα λέει, ο Ερντογάν καταλαβαίνει, γιατί είναι πολύ έμπειρος, ότι με τους Αμερικανούς απέναντι η πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές είναι πολύ χαμηλή», εκτιμά ο διεθνολόγος.

Ταυτόχρονα, όμως, ο Ερντογάν προετοιμάζει και το έδαφος, επειδή ακριβώς του αρέσει να έχει επιλογές στο τραπέζι και να μην εγκλωβίζεται, σε περίπτωση που δεν του βγει αυτή η προσπάθεια, να έχει την επιλογή να καταγγείλει τους Αμερικανούς και να πάει σε εκλογές με μια ακραία αντιαμερικανική, αντιδυτική ρητορική, στη λογική ότι ο ίδιος είναι ο υπερασπιστής της αυτονόμησης της Τουρκίας από τους Δυτικούς και τους Αμερικανούς και αυτό δεν αρέσει στους συνομιλητές του.

Επειδή, ωστόσο, η πρώτη του επιλογή δεν είναι η κόντρα με τους Αμερικανούς αλλά να τα βρει μαζί τους, προσπαθεί με διάφορους τρόπους, -είτε με την πρόκληση αυτής της μίνι κρίσης, κυρίως δηλώσεων, με την Ελλάδα, είτε με την απειλή ότι Σουηδία και Φιλανδία θα μείνουν εκτός ΝΑΤΟ, είτε με τις προειδοποιήσεις για στρατιωτική επιχείρησης στη Συρία, είτε κλείνοντας το μάτι στη Ρωσία- να προκαλέσει τον Μπάιντεν να μιλήσουν, για να ξεκινήσουν τη διαπραγμάτευση».

Το δεύτερο μέτωπο είναι απέναντι στους Κούρδους της Συρία. Την 1η Ιουνίου ο πρόεδρος της Τουρκίας ανακοίνωσε την έναρξη νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Συρία, πυροδοτώντας αποτρεπτικές δηλώσεις τόσο από τους Αμερικανούς όσο και από τους Ρώσους, ο οποίοι τον προειδοποιούν και μάλιστα μετ’ επιτάσεως να μην κάνει κάποια κίνηση κατά των Κούρδων εκεί.

«Θα δούμε αν θα τους ακούσει. Αν δεν τους ακούσει θα υπάρξει σίγουρα αντίδραση γιατί οι μεν Αμερικανοί προφανώς στηρίζουν το κουρδικό στοιχείο, οι μεν Ρώσοι, επειδή μεταφέρουν στρατεύματα από τη Συρία στην Ουκρανία, δεν θέλουν να αφήσουν χώρο και χρόνο στην Τουρκία να δράσει εκεί. Το ίδιο πιθανολογώ ότι συμβαίνει και με το Ιράν» εκτιμά ο Κωνσταντίνος Φίλης.

Στο «πολεμικό χάρτη» που είναι απλωμένος πάνω στο τραπέζι του Ερντογάν υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα εσωτερικά μέτωπα: «με την οικονομία, με την αντιπολίτευση, με τις εκλογές που είναι πολύ πιθανό να γίνουν νωρίτερα από το καλοκαίρι του 2023», υπογραμμίζει ο κ. Φίλης ενώ υπενθυμιζει ότι ένα από τα μεγάλα «αγκάθια» της Τουρκίας είναι και το προσφυγικό:

«Στο εσωτερικό της Τουρκίας υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια για την κατάσταση με τους Σύρους πρόσφυγες. Όταν άρχισαν να συρρέουν στην Τουρκία ήταν “αδέλφια”, όμως εδώ και περίπου δύο χρόνια έχουν γίνει μεγάλο βάρος, πολιτικό και οικονομικό, και ο Ερντογάν προσπαθεί να βρει τρόπους να το ξεφορτωθεί είτε στη Συρία είτε στην Ευρώπη».

Επιπλέον, υπάρχει και το μέτωπο της Λιβύης. Εκεί ο Ερντογάν προσπαθεί να διατηρήσει την επιρροή του και προς το παρόν τα καταφέρνει με σημαντική επιτυχία και, τέλος, με την ΕΕ όπου έχουν βαλτώσει οι συζητήσεις, και ό,τι γίνεται γίνεται σε διμερές επίπεδο, δηλαδή μεταξύ Τουρκίας και κρατών – μελών.

Το -διαχρονικό- ελληνικό μέτωπο και η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν

Τα ελληνοτουρκικά είναι ένα μέτωπο που, όπως παρατηρει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων, η Τουρκία και ο Ερντογάν κατά το δοκούν τα τελευταία 20 χρόνια επιλέγει πότε θα το ανοίξει και θα το κλείσει, πότε θα κλιμακώσει και πότε θα αποκλιμακώσει. Μια τακτική που για τον Τούρκο πρόεδρο κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη είναι.

«Ο Ερντογάν έτσι είναι. Τη μέρα που είπε το ‘Μητσοτάκης γιοκ’ ανέσυρα από τη μνήμη μου αντίστοιχες δηλώσεις σε βάρος του Σαουδάραβα ηγέτη, με τον οποίο τώρα προσπαθεί να κάνει χωριό, για την υπόθεση Κασόγκι. Για τον Μακρόν έχει πει ότι νομίζει ότι είναι ο Μέγας Ναπολέων, και βλέπουμε ότι τώρα με τη Γαλλία προσπαθεί να βρει ένα modus operandi. Για τον Αλ Σίσι στην Αίγυπτο έχει πει ότι είναι δικτάτορας και τώρα προσπαθεί να τα βρει μαζί του. Για το Ισραήλ έχει πει ότι είναι κράτος – τρομοκράτης και τώρα βλέπουμε ότι προσπαθεί να κάνει μαζί του μπίζνες ενεργειακού χαρακτήρα. Για τον Αμερικανό πάστορα Μπράνσον είχε πει ότι όσο είμαι πρόεδρος της Τουρκίας δεν πρόκειται να φύγει από την Τουρκία και λίγες εβδομάδες μετά επέστρεψε στις ΗΠΑ. Αλλά και για τον ίδιο τον Έλληνα πρωθυπουργό, μετά τον Έβρο, είχε πει “δεν θέλω να ξαναείμαι με τον Μητσοτάκη στο ίδιο δωμάτιο”. Έκτοτε βρέθηκαν τρεις φορές και έχουν μιλήσει άλλες τόσες», υπενθυμίζει.

Υπάρχει ωστόσο κάτι που, για τον καθηγητή, δεν ήταν σύνηθες αυτό το διάστημα. «Αυτό είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα ήταν πολύ ψηλά στην επικαιρότητα της Τουρκίας. Η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν το μεγάλο μέτωπο των Τούρκων, η μεγάλη της επικαιρότητα. Τις τελευταίες ημέρες, ακόμη και σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι»

Το σηκωμένο δάχτυλο της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα, έχει τρεις πιθανές εξηγήσεις, σύμφωνα με τον καθηγητή: «Εξαιτίας της κατάστασης στο εσωτερικό, είναι πολύ βολικό να βρεθεί ένας εξωτερικός εχθρός, και μάλιστα ένας εχθρός για τον οποίο συμφωνούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, πλην του εργατικού κόμματος, ότι αποτελεί απειλή απέναντι στην Τουρκία, για να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να μην ασχολείται με τα προβλήματά της. Πάντα στα καθεστώτα τύπου Τουρκίας, οι εξωτερικοί εχθροί τους δίνουν τη δυνατότητα να συσπειρώσουν ένα ακροατήριο γύρω από αυτούς», υπογραμμίζει ο κ. Φίλης

Δεύτερη αιτία, σύμφωνα με τον καθηγητή, το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα Ελλάδας – ΗΠΑ έχουν επιτύχει σημαντική βελτίωση στις διμερείς τους σχέσεις: «Η βασική αιτία που η Τουρκία δείχνει τέτοια επιθετικότητα απέναντι στην Ελλάδα είναι ότι δεν της αρέσει η σχέση που έχουμε αναπτύξει με τις ΗΠΑ. Κάνουν ζήλιες, για να το πούμε απλά. Αυτή η πίεση που ασκεί απέναντι στην Ελλάδα δίνει τη δυνατότητα στον Ερντογάν να ανοίξει δίαυλο με τους Αμερικανούς στη λογική ότι πρέπει να παρέμβουν για αποκλιμακώσουν την κατάσταση. Μόνο που αυτός ο δίαυλος δεν είναι αυτό που θα ήλπιζε ο Ερντογάν, δηλαδή να τον καλέσει ο ίδιος ο Μπάιντεν».

Ο τρίτος λόγος είναι ο πάγιος αναθεωρητισμός της Τουρκίας, ο οποίος δεν έχει αλλάξει, αντιθέτως έχει τα τελευταία 3-4 χρόνια έχει αναβαθμιστεί με τη Γαλάζια Πατρίδα, το τουρκολυβικό σύμφωνο και με το ότι οι γκρίζες ζώνες έχουν γίνει, κατά τους Τούρκους, τουρκικές και με το ζήτημα της αποστρατικοποίησης, επισημαίνει ο διεθνολόγος.

«Η Τουρκία πάσχει από το σύνδρομο της Συνθήκης των Σεβρών όπου θεωρεί ότι οι ξένοι μαζί με τους Έλληνες επιχείρησαν να της επιβάλουν σε μια στιγμή αδυναμίας τις επιθυμίες τους και να την περιορίσουν εδαφικά και πληθυσμιακά. Επιπλέον η Τουρκία θέλει να αναθεωρήσει τη Συνθήκη της Λωζάνης παρά το γεγονός ότι ήταν αποτέλεσμα μιας νικηφόρας πορείας και είναι το πιστοποιητικό γέννησης της Τουρκίας, επειδή τώρα θεωρεί ότι είναι πλέον στενό το κοστούμι της Λωζάνης. Ο Ερντογάν πιστεύει ότι για να μείνει στην Ιστορία πρέπει να παραδώσει κάτι περισσότερο από αυτό που παρέλαβε από τους πολιτικούς επιγόνους του Κεμάλ».

Κι όμως, τα πρώτα βήματα του Ερντογάν στην τουρκική πολιτική σκηνή δεν προοιώνιζαν αυτό που θα ακολουθούσε. «Πράγματι ο Ερντογάν ξεκίνησε ως ένας συντηρητικός μεν, μεταρρυθμιστής δε μετριοπαθής ηγέτης της Τουρκίας, ο οποίος μάλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για άλλους ηγέτες μουσουλμανικών κρατών με τον τρόπο που κινήθηκε στην οικονομία, με τα δικαιώματα που αναγνώρισε στους Κούρδους ή με τη διάθεση που ξεκίνησε απέναντι στην ΕΕ για πλήρη ένταξη.

Η μία εξήγηση λέει ότι τον Ερντογάν τον άλλαξαν τα γεγονότα. Η απογοήτευση από την ΕΕ ότι δεν θα γινόταν ποτέ κράτος – μέλος. Το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι οι Δυτικοί ήθελαν την Τουρκία προσαρμοσμένη στις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες, τα γεγονότα στο πάρκο Γκεζί και φυσικά το πραξικόπημα», λέει ο κ. Φίλης και συνεχίζει:

«Η άλλη εκδοχή είναι ότι συνειδητά, εξ αρχής, είχε μια ατζέντα την οποία είχε καλά κρυμμένη και βγήκε με μια άλλη ατζέντα προκειμένου να κερδίσει και να γοητεύσει τη Δύση, να κερδίσει την υποστήριξή της και να τη αξιοποιήσει για να βάλει στο περιθώριο τους Κεμαλιστές μετά από 80 χρόνια κυριαρχίας τους στην Τουρκίας, κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει χωρίς τον εξωτερικό παράγοντα. Όταν πλέον πάτησε γερά στα πόδια του άρχισε να ξετυλίγει την πραγματική του ατζέντα.

Με τον τουρκικό πληθωρισμό σε δυσθεώρητα επίπεδα και την ακρίβεια να γονατίζει τον τουρκικό λαό ο Τούρκος πρόεδρος βλέπει τη δημοτικότητά του να κατακρημνίζεται. Ενόψει μάλιστα εκλογών, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της Metropol, δεν χάνει μόνο από τους συνήθεις υπόπτους, αλλά χάνει από οποιονδήποτε έχει πιθανότητες να περάσει σε δεύτερο γύρο μαζί του.

Ειδικότερα, με τον επικεφαλής του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, σε πιθανό δεύτερο γύρο εκλογών, ο Τούρκος πρόεδρος λαμβάνει 40,5% των ψήφων, ενώ ο αντίπαλός του 42,7%, με τους αναποφάσιστους στο 7,4%.

Κόντρα στην επικεφαλής του Καλού Κόμματος (İyi Parti), Μεράλ Ακσενέρ, τα πράγματα δυσκολεύουν, με την ακροδεξιά υποψήφιο να λαμβάνει 43,2% και τον Ερντογάν 40,9%, ενώ οι αναποφάσιστοι κυμαίνονται στο 7,3%.

Αν στον δεύτερο γύρο των εκλογών ο Ερντογάν τεθεί αντιμέτωπος με τον Εκρέμ Ιμάμογλου, τότε ο Τούρκος πρόεδρος θα λάβει 39,4%, ενώ ο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, τον οποίο στοχοποίησαν προσφάτως λόγω Ελλάδας τα τουρκικά ΜΜΕ, θα λάβει 46,7%, με τους αναποφάσιστους στο 6,5%.

Παρόλα αυτά, προειδοποιεί ο κ. Φίλης, δεν πρέπει να τον υποτιμήσουμε. «Ο Ερντογάν είναι ένας πολιτικός χαμαιλέοντας που έχει μάθει να επιβιώνει. Αυτή τη στιγμή είναι στα πιο δύσκολά του γι’ αυτό και επιτίθεται και εμφανίζεται εκνευρισμένος, γιατί είναι πρωτότυπη αυτή η κατάσταση γι’ αυτόν, να χάνει σε όλες τις δημοσκοπήσεις από όλους. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Το θέμα είναι ότι τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, από το 2016 και μετά, ο Ερντογάν τις κέρδισε με την Τουρκία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτή τη στιγμή η Τουρκία δεν είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Θα μπορούσε όμως, για κάποιο λόγο, να βρεθεί και τότε οι πιθανότητες νίκης για τον Ερντογάν θα ήταν μεγαλύτερες».

Άλλωστε, όπως υπενθυμίζει ο καθηγητής, υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας, περίπου στο 30% της κοινωνίας, που ο Ερντογάν το έβγαλε από το περιθώριο.

«Ό,τι και να κάνει ο Ερντογάν στο επίπεδο της οικονομίας, αυτό θα συνεχίσει να τον στηρίζει και θα τον ψηφίσει ό,τι και να συμβεί».

Αφήστε μια απάντηση